かい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άνθιση, ανθίζω, άνθημα
  2. 02 άνθιση (ενός πολιτισμού, ταλέντου κ.λπ.), ακμή, καρποφορία (προσπαθειών)

Κλίση

Παρόν (απλό)
開花する
Παρόν (ευγενικό)
開花します
Άρνηση (απλή)
開花しない
Άρνηση (ευγενική)
開花しません
Παρελθόν (απλό)
開花した
Παρελθόν (ευγενικό)
開花しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開花しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開花しませんでした
Τε-μορφή
開花して
Δυνητική
開花できる
Προστακτική
開花しろ
Βουλητική
開花しよう
Υποθετική (ば)
開花すれば