かいつう

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγκαίνια ή έναρξη λειτουργίας (νέου δρόμου, σιδηροδρομικής γραμμής κ.λπ.), έναρξη παροχής υπηρεσιών (π.χ. τηλεφωνική επικοινωνία)
  2. 02 επαναλειτουργία (π.χ. δρόμου για την κυκλοφορία), επανέναρξη υπηρεσιών

Κλίση

Παρόν (απλό)
開通する
Παρόν (ευγενικό)
開通します
Άρνηση (απλή)
開通しない
Άρνηση (ευγενική)
開通しません
Παρελθόν (απλό)
開通した
Παρελθόν (ευγενικό)
開通しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開通しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開通しませんでした
Τε-μορφή
開通して
Δυνητική
開通できる
Προστακτική
開通しろ
Βουλητική
開通しよう
Υποθετική (ば)
開通すれば