かんきゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αμέλεια, περιφρόνηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
閑却する
Παρόν (ευγενικό)
閑却します
Άρνηση (απλή)
閑却しない
Άρνηση (ευγενική)
閑却しません
Παρελθόν (απλό)
閑却した
Παρελθόν (ευγενικό)
閑却しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閑却しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閑却しませんでした
Τε-μορφή
閑却して
Δυνητική
閑却できる
Προστακτική
閑却しろ
Βουλητική
閑却しよう
Υποθετική (ば)
閑却すれば