かんどり

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός είμαι έρημος (λόγω έλλειψης δραστηριότητας), βρίσκομαι σε οικονομική κάμψη (για επιχείρηση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
閑古鳥が鳴く
Παρόν (ευγενικό)
閑古鳥が鳴きます
Άρνηση (απλή)
閑古鳥が鳴かない
Άρνηση (ευγενική)
閑古鳥が鳴きません
Παρελθόν (απλό)
閑古鳥が鳴いた
Παρελθόν (ευγενικό)
閑古鳥が鳴きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閑古鳥が鳴かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閑古鳥が鳴きませんでした
Τε-μορφή
閑古鳥が鳴いて
Δυνητική
閑古鳥が鳴ける
Προστακτική
閑古鳥が鳴け
Βουλητική
閑古鳥が鳴こう
Υποθετική (ば)
閑古鳥が鳴けば