かんきょ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ήρεμη και απομονωμένη ζωή, ήσυχο καταφύγιο, άεργος βίος

Κλίση

Παρόν (απλό)
閑居する
Παρόν (ευγενικό)
閑居します
Άρνηση (απλή)
閑居しない
Άρνηση (ευγενική)
閑居しません
Παρελθόν (απλό)
閑居した
Παρελθόν (ευγενικό)
閑居しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閑居しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閑居しませんでした
Τε-μορφή
閑居して
Δυνητική
閑居できる
Προστακτική
閑居しろ
Βουλητική
閑居しよう
Υποθετική (ば)
閑居すれば