かん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο ψιθυριστή ομιλία, ήσυχη συζήτηση
  2. 02 σπάνιο φλυαρία, ανώφελη συζήτηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
閑語する
Παρόν (ευγενικό)
閑語します
Άρνηση (απλή)
閑語しない
Άρνηση (ευγενική)
閑語しません
Παρελθόν (απλό)
閑語した
Παρελθόν (ευγενικό)
閑語しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閑語しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閑語しませんでした
Τε-μορφή
閑語して
Δυνητική
閑語できる
Προστακτική
閑語しろ
Βουλητική
閑語しよう
Υποθετική (ば)
閑語すれば