間がない
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που...
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 間がない
- Παρόν (ευγενικό)
- 間がないです
- Άρνηση (απλή)
- 間がなくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 間がなくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 間がなかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 間がなかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 間がなくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 間がなくなかったです
- Τε-μορφή
- 間がなくて
- Υποθετική (ば)
- 間がなければ
- Υποθετική (たら)
- 間がなかったら