わる

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άβολος, αμήχανος, ντροπιαστικός
  2. 02 άβολος, ακατάλληλος, άκαιρος, ατυχής, κακότυχος

Κλίση

Παρόν (απλό)
間が悪い
Παρόν (ευγενικό)
間が悪いです
Άρνηση (απλή)
間が悪くない
Άρνηση (ευγενική)
間が悪くないです
Παρελθόν (απλό)
間が悪かった
Παρελθόν (ευγενικό)
間が悪かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
間が悪くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
間が悪くなかったです
Τε-μορφή
間が悪くて
Υποθετική (ば)
間が悪ければ