わせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βολεύομαι με κάτι, τα βγάζω πέρα με κάτι, αυτοσχεδιάζω με ό,τι έχω
  2. 02 ολοκληρώνω κάτι εγκαίρως, έχω κάτι έτοιμο στην ώρα του

Κλίση

Παρόν (απλό)
間に合わせる
Παρόν (ευγενικό)
間に合わせます
Άρνηση (απλή)
間に合わせない
Άρνηση (ευγενική)
間に合わせません
Παρελθόν (απλό)
間に合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
間に合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
間に合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
間に合わせませんでした
Τε-μορφή
間に合わせて
Δυνητική
間に合わせられる
Προστακτική
間に合わせろ
Βουλητική
間に合わせよう
Υποθετική (ば)
間に合わせれば