ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αργοπορία, καθυστέρηση, νωθρότητα
  2. 02 έλλειψη σταθερότητας, χαλαρότητα, αμέλεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
間延びする
Παρόν (ευγενικό)
間延びします
Άρνηση (απλή)
間延びしない
Άρνηση (ευγενική)
間延びしません
Παρελθόν (απλό)
間延びした
Παρελθόν (ευγενικό)
間延びしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
間延びしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
間延びしませんでした
Τε-μορφή
間延びして
Δυνητική
間延びできる
Προστακτική
間延びしろ
Βουλητική
間延びしよう
Υποθετική (ば)
間延びすれば