ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αραίωμα, κλάδεμα, απομάκρυνση (ζώων ή φυτών), περιορισμός, υποδειγματοληψία (π.χ. σε καρέ βίντεο, σήματα)
  2. 02 παιδοκτονία

Κλίση

Παρόν (απλό)
間引きする
Παρόν (ευγενικό)
間引きします
Άρνηση (απλή)
間引きしない
Άρνηση (ευγενική)
間引きしません
Παρελθόν (απλό)
間引きした
Παρελθόν (ευγενικό)
間引きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
間引きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
間引きしませんでした
Τε-μορφή
間引きして
Δυνητική
間引きできる
Προστακτική
間引きしろ
Βουλητική
間引きしよう
Υποθετική (ば)
間引きすれば