ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αραιώνω (φυτά, σπορόφυτα, καλλιέργειες, κ.λπ.), ξεκαθαρίζω
  2. 02 περιορίζω (δρομολόγια), μειώνω, μειώνω τη συχνότητα
  3. 03 ιστορικό βρεφοκτονώ (λόγω οικονομικών δυσχερειών)

Κλίση

Παρόν (απλό)
間引く
Παρόν (ευγενικό)
間引きます
Άρνηση (απλή)
間引かない
Άρνηση (ευγενική)
間引きません
Παρελθόν (απλό)
間引いた
Παρελθόν (ευγενικό)
間引きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
間引かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
間引きませんでした
Τε-μορφή
間引いて
Δυνητική
間引ける
Προστακτική
間引け
Βουλητική
間引こう
Υποθετική (ば)
間引けば