ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μπερδεύομαι, τα χάνω, έρχομαι σε δύσκολη θέση
  2. 02 καθομιλουμένη περιφέρομαι, τριγυρίζω, σουλατσάρω, αλητεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
間誤付く
Παρόν (ευγενικό)
間誤付きます
Άρνηση (απλή)
間誤付かない
Άρνηση (ευγενική)
間誤付きません
Παρελθόν (απλό)
間誤付いた
Παρελθόν (ευγενικό)
間誤付きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
間誤付かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
間誤付きませんでした
Τε-μορφή
間誤付いて
Δυνητική
間誤付ける
Προστακτική
間誤付け
Βουλητική
間誤付こう
Υποθετική (ば)
間誤付けば