間ま違ちがえ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λάθος, σφάλμα, γκάφα
  2. 02 ατύχημα, ατυχία, πρόβλημα
  3. 03 ανάρμοστη συμπεριφορά (π.χ. μεταξύ άνδρα και γυναίκας), αδιακρισία

Παραδείγματα

  • これは間違まちがえです。

    Αυτό είναι λάθος.

  • 計算けいさんを間違まちがえてしまいました。

    Έκανα λάθος στους υπολογισμούς.

  • 人生じんせいには様々さまざまな選択せんたくがありますが、後あとになってあの時ときの判断はんだんが間違まちがえだったと気付きづくこともあります。

    Στη ζωή υπάρχουν διάφορες επιλογές, αλλά μερικές φορές συνειδητοποιούμε αργότερα ότι η απόφαση που πήραμε τότε ήταν λάθος.