かんげき

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περνώ μέσα από κενό, διέρχομαι από στενό πέρασμα, ελίσσομαι ανάμεσα σε εμπόδια
  2. 02 εντοπίζω και εκμεταλλεύομαι ευκαιρία, αξιοποιώ κάποιο κενό που δεν έχει γίνει αντιληπτό

Κλίση

Παρόν (απλό)
間隙を縫う
Παρόν (ευγενικό)
間隙を縫います
Άρνηση (απλή)
間隙を縫わない
Άρνηση (ευγενική)
間隙を縫いません
Παρελθόν (απλό)
間隙を縫った
Παρελθόν (ευγενικό)
間隙を縫いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
間隙を縫わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
間隙を縫いませんでした
Τε-μορφή
間隙を縫って
Δυνητική
間隙を縫える
Προστακτική
間隙を縫え
Βουλητική
間隙を縫おう
Υποθετική (ば)
間隙を縫えば