かかわり

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μπλέκω σε μια κατάσταση, ανακατεύομαι σε κάτι, έχω σχέση με κάποιον ή κάτι, συναλλάσσομαι με κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
関わり合う
Παρόν (ευγενικό)
関わり合います
Άρνηση (απλή)
関わり合わない
Άρνηση (ευγενική)
関わり合いません
Παρελθόν (απλό)
関わり合った
Παρελθόν (ευγενικό)
関わり合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
関わり合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
関わり合いませんでした
Τε-μορφή
関わり合って
Δυνητική
関わり合える
Προστακτική
関わり合え
Βουλητική
関わり合おう
Υποθετική (ば)
関わり合えば