かかわる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμπλέκομαι (σε), αναμειγνύομαι (σε), ασχολούμαι (με), συμμετέχω (σε), επεμβαίνω (σε)
  2. 02 αφορά (κάτι), σχετίζομαι (με), αναφέρομαι (σε), έχω σχέση (με), έχω να κάνω (με)
  3. 03 επηρεάζω σοβαρά, έχω σοβαρή επίπτωση (σε), έχω σοβαρό αντίκτυπο (σε), αφορά
  4. 04 κολλάω (σε), προσκολλώμαι (σε), επιμένω (σε), δίνω σημασία (σε)

Παραδείγματα

  • あの問題もんだいかかわるな。

    Μην ανακατεύεσαι σε αυτό το πρόβλημα.

  • わたし地域ちいきのボランティア活動かつどうかかわっています。

    Συμμετέχω σε εθελοντικές δράσεις της τοπικής κοινότητας.

  • 今回こんかい決定けっていは、おおくのひと生活せいかつかかわ重要じゅうようなものです。

    Η συγκεκριμένη απόφαση είναι σημαντική, καθώς επηρεάζει τις ζωές πολλών ανθρώπων.

Κλίση

Παρόν (απλό)
関わる
Παρόν (ευγενικό)
関わります
Άρνηση (απλή)
関わらない
Άρνηση (ευγενική)
関わりません
Παρελθόν (απλό)
関わった
Παρελθόν (ευγενικό)
関わりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
関わらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
関わりませんでした
Τε-μορφή
関わって
Δυνητική
関われる
Προστακτική
関われ
Βουλητική
関わろう
Υποθετική (ば)
関われば