関かん係けいない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άσχετος, αδιάφορος, ασύνδετος

Παραδείγματα

  • これは私わたしには関係かんけいない。

    Αυτό δεν με αφορά.

  • あなたの意見いけんは、この問題もんだいとは関係かんけいないです。

    Η γνώμη σου δεν έχει σχέση με αυτό το ζήτημα.

  • 人ひとがどう思おもおうと、私わたしには関係かんけいない。自分じぶんの信しんじる道みちを貫つらぬくだけだ。

    Το τι σκέφτονται οι άλλοι δεν με αφορά καθόλου. Εγώ θα επιμείνω απλά στον δρόμο που πιστεύω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
関係ない
Παρόν (ευγενικό)
関係ないです
Άρνηση (απλή)
関係なくない
Άρνηση (ευγενική)
関係なくないです
Παρελθόν (απλό)
関係なかった
Παρελθόν (ευγενικό)
関係なかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
関係なくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
関係なくなかったです
Τε-μορφή
関係なくて
Υποθετική (ば)
関係なければ