かんしんせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενδιαφέρομαι για κάτι, αποκτώ ενδιαφέρον για κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
関心を寄せる
Παρόν (ευγενικό)
関心を寄せます
Άρνηση (απλή)
関心を寄せない
Άρνηση (ευγενική)
関心を寄せません
Παρελθόν (απλό)
関心を寄せた
Παρελθόν (ευγενικό)
関心を寄せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
関心を寄せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
関心を寄せませんでした
Τε-μορφή
関心を寄せて
Δυνητική
関心を寄せられる
Προστακτική
関心を寄せろ
Βουλητική
関心を寄せよう
Υποθετική (ば)
関心を寄せれば