かんせつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο υπαινιγμός, αναφορά, σχετική επεξήγηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
関説する
Παρόν (ευγενικό)
関説します
Άρνηση (απλή)
関説しない
Άρνηση (ευγενική)
関説しません
Παρελθόν (απλό)
関説した
Παρελθόν (ευγενικό)
関説しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
関説しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
関説しませんでした
Τε-μορφή
関説して
Δυνητική
関説できる
Προστακτική
関説しろ
Βουλητική
関説しよう
Υποθετική (ば)
関説すれば