かんれんける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συσχετίζω, συνδέω, συσχετίζω, σχετίζω, συνδέω

Κλίση

Παρόν (απλό)
関連付ける
Παρόν (ευγενικό)
関連付けます
Άρνηση (απλή)
関連付けない
Άρνηση (ευγενική)
関連付けません
Παρελθόν (απλό)
関連付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
関連付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
関連付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
関連付けませんでした
Τε-μορφή
関連付けて
Δυνητική
関連付けられる
Προστακτική
関連付けろ
Βουλητική
関連付けよう
Υποθετική (ば)
関連付ければ