えつれき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επαγγελματική σταδιοδρομία

Κλίση

Παρόν (απλό)
閲歴する
Παρόν (ευγενικό)
閲歴します
Άρνηση (απλή)
閲歴しない
Άρνηση (ευγενική)
閲歴しません
Παρελθόν (απλό)
閲歴した
Παρελθόν (ευγενικό)
閲歴しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
閲歴しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
閲歴しませんでした
Τε-μορφή
閲歴して
Δυνητική
閲歴できる
Προστακτική
閲歴しろ
Βουλητική
閲歴しよう
Υποθετική (ば)
閲歴すれば