ぼうしょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προστασία από τη διάβρωση, πρόληψη της διάβρωσης

Κλίση

Παρόν (απλό)
防食する
Παρόν (ευγενικό)
防食します
Άρνηση (απλή)
防食しない
Άρνηση (ευγενική)
防食しません
Παρελθόν (απλό)
防食した
Παρελθόν (ευγενικό)
防食しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
防食しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
防食しませんでした
Τε-μορφή
防食して
Δυνητική
防食できる
Προστακτική
防食しろ
Βουλητική
防食しよう
Υποθετική (ば)
防食すれば