はば

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμποδίζω, σταματώ, αποτρέπω, ανακόπτω, παρεμποδίζω, αντιτίθεμαι, ματαιώνω

Παραδείγματα

  • かべみちはば

    Ένας τοίχος φράζει τον δρόμο.

  • つよかぜが、私たちの前進ぜんしんはばんだ

    Ένας δυνατός άνεμος εμπόδισε την πρόοδό μας.

  • どんな困難こんなんちはだかっても、目標達成もくひょうたっせいへの決意けついはばまれないようにしよう。

    Όσες δυσκολίες κι αν σταθούν εμπόδιο, ας μην αφήσουμε να ανακοπεί η αποφασιστικότητά μας να πετύχουμε τον στόχο μας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
阻む
Παρόν (ευγενικό)
阻みます
Άρνηση (απλή)
阻まない
Άρνηση (ευγενική)
阻みません
Παρελθόν (απλό)
阻んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
阻みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
阻まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
阻みませんでした
Τε-μορφή
阻んで
Δυνητική
阻める
Προστακτική
阻め
Βουλητική
阻もう
Υποθετική (ば)
阻めば