おもね

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κολακεύω, υποκρίνομαι για να κερδίσω εύνοια, γλείφω, καλοπιάνω, υπηρετώ τα γούστα κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
阿る
Παρόν (ευγενικό)
阿ります
Άρνηση (απλή)
阿らない
Άρνηση (ευγενική)
阿りません
Παρελθόν (απλό)
阿った
Παρελθόν (ευγενικό)
阿りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
阿らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
阿りませんでした
Τε-μορφή
阿って
Δυνητική
阿れる
Προστακτική
阿れ
Βουλητική
阿ろう
Υποθετική (ば)
阿れば