りそぼつ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό μουσκεύω από τη βροχή

Κλίση

Παρόν (απλό)
降りそぼつ
Παρόν (ευγενικό)
降りそぼちます
Άρνηση (απλή)
降りそぼたない
Άρνηση (ευγενική)
降りそぼちません
Παρελθόν (απλό)
降りそぼった
Παρελθόν (ευγενικό)
降りそぼちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
降りそぼたなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
降りそぼちませんでした
Τε-μορφή
降りそぼって
Δυνητική
降りそぼてる
Προστακτική
降りそぼて
Βουλητική
降りそぼとう
Υποθετική (ば)
降りそぼてば