りる

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ειδικά ως 下りる κατεβαίνω (π.χ. ένα βουνό), κάνω κατάβαση, έρχομαι κάτω
  2. 02 ειδικά ως 降りる αποβιβάζομαι (π.χ. από λεωφορείο), κατεβαίνω, ξεκαβαλικεύω
  3. 03 παραιτούμαι, αποσύρομαι, εγκαταλείπω, σταματώ
  4. 04 ειδικά ως 下りる χορηγούμαι, εκδίδεται, δίνεται
  5. 05 ειδικά ως 降りる πέφτω (για παγετό, δροσιά, ομίχλη κ.λπ.), σχηματίζομαι
  6. 06 ειδικά ως 下りる αποβάλλεται (από το σώμα, π.χ. ένας ασκαρίδας)

Παραδείγματα

  • えきります

    Κατεβαίνω στο σταθμό.

  • つぎバス停ばすていりてください。

    Παρακαλώ κατεβείτε στην επόμενη στάση του λεωφορείου.

  • なが時間じかんがかかりましたが、ようやくあたらしいプロジェクトの許可きょかりました

    Πήρε πολύ καιρό, αλλά επιτέλους δόθηκε η άδεια για το νέο πρότζεκτ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
降りる
Παρόν (ευγενικό)
降ります
Άρνηση (απλή)
降りない
Άρνηση (ευγενική)
降りません
Παρελθόν (απλό)
降りた
Παρελθόν (ευγενικό)
降りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
降りなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
降りませんでした
Τε-μορφή
降りて
Δυνητική
降りられる
Προστακτική
降りろ
Βουλητική
降りよう
Υποθετική (ば)
降りれば