そそ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βρέχω αδιάκοπα, ρίχνω καταιγίδα

Παραδείγματα

  • あめ降り注ぐふりそそぐ

    Βρέχει καταρρακτωδώς.

  • 太陽たいようひかりまどから部屋へやいっぱいに降り注ぐふりそそぐ

    Το φως του ήλιου πέφτει άφθονα στο δωμάτιο από το παράθυρο.

  • きびしい批判ひはんかれ降り注ぎふりそそぎかれはそのプレッシャーにえきれなかった。

    Δέχτηκε καταιγισμό σκληρής κριτικής και δεν άντεξε την πίεση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
降り注ぐ
Παρόν (ευγενικό)
降り注ぎます
Άρνηση (απλή)
降り注がない
Άρνηση (ευγενική)
降り注ぎません
Παρελθόν (απλό)
降り注いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
降り注ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
降り注がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
降り注ぎませんでした
Τε-μορφή
降り注いで
Δυνητική
降り注げる
Προστακτική
降り注げ
Βουλητική
降り注ごう
Υποθετική (ば)
降り注げば