こうさん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παράδοση, υποταγή, συνθηκολόγηση
  2. 02 ηττώμαι (π.χ. από ένα πρόβλημα), παραιτούμαι, υποχωρώ

Παραδείγματα

  • 私は降参こうさんします

    Τα παρατάω.

  • このゲームはつよすぎるから、もう降参こうさんするしかない。

    Αυτός ο αντίπαλος είναι πολύ δυνατός, δεν έχω άλλη επιλογή από το να παραδοθώ.

  • 長年ながねん研究けんきゅうにもかかわらず、その複雑ふくざつ理論りろん解明かいめいには、ついにわたし降参こうさんせざるをませんでした。

    Παρά τα χρόνια έρευνας, τελικά αναγκάστηκα κι εγώ να παραδοθώ στην αποκρυπτογράφηση αυτής της πολύπλοκης θεωρίας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
降参する
Παρόν (ευγενικό)
降参します
Άρνηση (απλή)
降参しない
Άρνηση (ευγενική)
降参しません
Παρελθόν (απλό)
降参した
Παρελθόν (ευγενικό)
降参しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
降参しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
降参しませんでした
Τε-μορφή
降参して
Δυνητική
降参できる
Προστακτική
降参しろ
Βουλητική
降参しよう
Υποθετική (ば)
降参すれば