降圧
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μείωση πίεσης (π.χ. αρτηριακή πίεση, ηλεκτρική τάση)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 降圧する
- Παρόν (ευγενικό)
- 降圧します
- Άρνηση (απλή)
- 降圧しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 降圧しません
- Παρελθόν (απλό)
- 降圧した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 降圧しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 降圧しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 降圧しませんでした
- Τε-μορφή
- 降圧して
- Δυνητική
- 降圧できる
- Προστακτική
- 降圧しろ
- Βουλητική
- 降圧しよう
- Υποθετική (ば)
- 降圧すれば
- Υποθετική (たら)
- 降圧したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 降圧したい
- Απαγορευτική (~な)
- 降圧するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 降圧しなさい
- Παθητική
- 降圧される
- Αιτιατική
- 降圧させる