限かぎりない

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απεριόριστος, ατελείωτος, απύθμενος, άπειρος

Παραδείγματα

  • 限りないかぎりない。

    Είναι απεριόριστο.

  • 私わたしの夢ゆめは限りないかぎりないです。

    Τα όνειρά μου είναι απεριόριστα.

  • 彼女かのじょの才能さいのうは限りないかぎりないと言いっても過言かごんではありません。

    Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το ταλέντο της είναι απεριόριστο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
限りない
Παρόν (ευγενικό)
限りないです
Άρνηση (απλή)
限りなくない
Άρνηση (ευγενική)
限りなくないです
Παρελθόν (απλό)
限りなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
限りなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
限りなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
限りなくなかったです
Τε-μορφή
限りなくて
Υποθετική (ば)
限りなければ