Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
限り限り
限
限
ぎ
り
限
ぎ
り
επίθετο, ουσιαστικό, επίρρημα
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ονοματοποιία
συνήθως γραμμένο με κάνα
οριακά, μόλις και μετά βίας, στο όριο, την τελευταία στιγμή