げんきょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περιορισμός, εντοπισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
限局する
Παρόν (ευγενικό)
限局します
Άρνηση (απλή)
限局しない
Άρνηση (ευγενική)
限局しません
Παρελθόν (απλό)
限局した
Παρελθόν (ευγενικό)
限局しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
限局しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
限局しませんでした
Τε-μορφή
限局して
Δυνητική
限局できる
Προστακτική
限局しろ
Βουλητική
限局しよう
Υποθετική (ば)
限局すれば