げんえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεπερνώ το όριο, υπερβαίνω το όριο

Κλίση

Παρόν (απλό)
限度を超える
Παρόν (ευγενικό)
限度を超えます
Άρνηση (απλή)
限度を超えない
Άρνηση (ευγενική)
限度を超えません
Παρελθόν (απλό)
限度を超えた
Παρελθόν (ευγενικό)
限度を超えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
限度を超えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
限度を超えませんでした
Τε-μορφή
限度を超えて
Δυνητική
限度を超えられる
Προστακτική
限度を超えろ
Βουλητική
限度を超えよう
Υποθετική (ば)
限度を超えれば