のぞ

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφαιρώ, απομακρύνω, ξεφορτώνομαι, εξαλείφω
  2. 02 αποκλείω, εξαιρώ, παραλείπω, αφήνω απ' έξω
  3. 03 σκοτώνω (έναν προδότη, αντίπαλο κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • ほこりをのぞ

    Ξεσκονίζω.

  • わたしのぞいて、みんなきました。

    Πήγαν όλοι, εκτός από εμένα.

  • この問題もんだい根本的こんぽんてき原因げんいんのぞ必要ひつようがあります。

    Πρέπει να εξαλείψουμε την αρχική αιτία αυτού του προβλήματος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
除く
Παρόν (ευγενικό)
除きます
Άρνηση (απλή)
除かない
Άρνηση (ευγενική)
除きません
Παρελθόν (απλό)
除いた
Παρελθόν (ευγενικό)
除きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
除かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
除きませんでした
Τε-μορφή
除いて
Δυνητική
除ける
Προστακτική
除け
Βουλητική
除こう
Υποθετική (ば)
除けば