じょまく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκάλυψη (αγάλματος, μνημείου, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
除幕する
Παρόν (ευγενικό)
除幕します
Άρνηση (απλή)
除幕しない
Άρνηση (ευγενική)
除幕しません
Παρελθόν (απλό)
除幕した
Παρελθόν (ευγενικό)
除幕しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
除幕しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
除幕しませんでした
Τε-μορφή
除幕して
Δυνητική
除幕できる
Προστακτική
除幕しろ
Βουλητική
除幕しよう
Υποθετική (ば)
除幕すれば