除毒
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 απομάκρυνση δηλητηρίου, εξυγίανση (π.χ. νερού)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 除毒する
- Παρόν (ευγενικό)
- 除毒します
- Άρνηση (απλή)
- 除毒しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 除毒しません
- Παρελθόν (απλό)
- 除毒した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 除毒しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 除毒しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 除毒しませんでした
- Τε-μορφή
- 除毒して
- Δυνητική
- 除毒できる
- Προστακτική
- 除毒しろ
- Βουλητική
- 除毒しよう
- Υποθετική (ば)
- 除毒すれば
- Υποθετική (たら)
- 除毒したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 除毒したい
- Απαγορευτική (~な)
- 除毒するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 除毒しなさい
- Παθητική
- 除毒される
- Αιτιατική
- 除毒させる