除籍
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαγραφή ονόματος
- 02 αποβολή (π.χ. από σχολείο), απόσυρση από την κυκλοφορία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 除籍する
- Παρόν (ευγενικό)
- 除籍します
- Άρνηση (απλή)
- 除籍しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 除籍しません
- Παρελθόν (απλό)
- 除籍した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 除籍しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 除籍しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 除籍しませんでした
- Τε-μορφή
- 除籍して
- Δυνητική
- 除籍できる
- Προστακτική
- 除籍しろ
- Βουλητική
- 除籍しよう
- Υποθετική (ば)
- 除籍すれば
- Υποθετική (たら)
- 除籍したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 除籍したい
- Απαγορευτική (~な)
- 除籍するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 除籍しなさい
- Παθητική
- 除籍される
- Αιτιατική
- 除籍させる