じょてつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποσιδήρωση, απομάκρυνση σιδήρου (με χρήση μαγνήτη κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
除鉄する
Παρόν (ευγενικό)
除鉄します
Άρνηση (απλή)
除鉄しない
Άρνηση (ευγενική)
除鉄しません
Παρελθόν (απλό)
除鉄した
Παρελθόν (ευγενικό)
除鉄しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
除鉄しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
除鉄しませんでした
Τε-μορφή
除鉄して
Δυνητική
除鉄できる
Προστακτική
除鉄しろ
Βουλητική
除鉄しよう
Υποθετική (ば)
除鉄すれば