陥おちいる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πέφτω σε (π.χ. μια τρύπα)
  2. 02 περιπίπτω σε (χάος, κατάθλιψη, δίλημμα, αρρώστια κ.λπ.)
  3. 03 πέφτω σε (παγίδα κ.λπ.)
  4. 04 πέφτω, παραδίδομαι, συνθηκολογώ

Παραδείγματα

  • 彼かれは困難こんなんに陥おちいった。

    Βρέθηκε σε δύσκολη θέση.

  • 会社かいしゃは経営不振けいえいふしんに陥おちいり、多額たがくの負債ふさいを抱かかえた。

    Η εταιρεία βρέθηκε σε οικονομική δυσχέρεια και συσσώρευσε μεγάλα χρέη.

  • 経済けいざいの急激きゅうげきな変化へんかにより、多おおくの企業きぎょうが存続そんぞくの危機ききに陥おちいった。

    Λόγω των ραγδαίων οικονομικών αλλαγών, πολλές επιχειρήσεις βρέθηκαν σε κρίση επιβίωσης.

Κλίση

Παρόν (απλό)
陥る
Παρόν (ευγενικό)
陥ります
Άρνηση (απλή)
陥らない
Άρνηση (ευγενική)
陥りません
Παρελθόν (απλό)
陥った
Παρελθόν (ευγενικό)
陥りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
陥らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
陥りませんでした
Τε-μορφή
陥って
Δυνητική
陥れる
Προστακτική
陥れ
Βουλητική
陥ろう
Υποθετική (ば)
陥れば