ひねこびる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φαίνομαι γερασμένος, παρουσιάζω μια εικόνα ωριμότητας (π.χ. για παιδιά)

Κλίση

Παρόν (απλό)
陳こびる
Παρόν (ευγενικό)
陳こびます
Άρνηση (απλή)
陳こびない
Άρνηση (ευγενική)
陳こびません
Παρελθόν (απλό)
陳こびた
Παρελθόν (ευγενικό)
陳こびました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
陳こびなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
陳こびませんでした
Τε-μορφή
陳こびて
Δυνητική
陳こびられる
Προστακτική
陳こびろ
Βουλητική
陳こびよう
Υποθετική (ば)
陳こびれば