陳ねる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παλαιώνω, παλιώνω, μπαγιατεύω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ωριμάζω πρόωρα, φέρομαι μεγαλύτερος από την ηλικία μου
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη στρεβλώνομαι, παραμορφώνομαι, καταντώ διεστραμμένος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 陳ねる
- Παρόν (ευγενικό)
- 陳ねます
- Άρνηση (απλή)
- 陳ねない
- Άρνηση (ευγενική)
- 陳ねません
- Παρελθόν (απλό)
- 陳ねた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 陳ねました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 陳ねなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 陳ねませんでした
- Τε-μορφή
- 陳ねて
- Δυνητική
- 陳ねられる
- Προστακτική
- 陳ねろ
- Βουλητική
- 陳ねよう
- Υποθετική (ば)
- 陳ねれば
- Υποθετική (たら)
- 陳ねたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 陳ねたい
- Απαγορευτική (~な)
- 陳ねるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 陳ねなさい
- Παθητική
- 陳ねられる
- Αιτιατική
- 陳ねさせる