ちん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαξίωση, κατάσταση κατά την οποία κάτι καθίσταται παρωχημένο (προϊόντος κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
陳腐化する
Παρόν (ευγενικό)
陳腐化します
Άρνηση (απλή)
陳腐化しない
Άρνηση (ευγενική)
陳腐化しません
Παρελθόν (απλό)
陳腐化した
Παρελθόν (ευγενικό)
陳腐化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
陳腐化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
陳腐化しませんでした
Τε-μορφή
陳腐化して
Δυνητική
陳腐化できる
Προστακτική
陳腐化しろ
Βουλητική
陳腐化しよう
Υποθετική (ば)
陳腐化すれば