とう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καλλιέργεια, μόρφωση, εκπαίδευση
  2. 02 κεραμοποιία και χύτευση μετάλλου

Κλίση

Παρόν (απλό)
陶冶する
Παρόν (ευγενικό)
陶冶します
Άρνηση (απλή)
陶冶しない
Άρνηση (ευγενική)
陶冶しません
Παρελθόν (απλό)
陶冶した
Παρελθόν (ευγενικό)
陶冶しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
陶冶しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
陶冶しませんでした
Τε-μορφή
陶冶して
Δυνητική
陶冶できる
Προστακτική
陶冶しろ
Βουλητική
陶冶しよう
Υποθετική (ば)
陶冶すれば