ようきょくさん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανοδική οξείδωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
陽極酸化する
Παρόν (ευγενικό)
陽極酸化します
Άρνηση (απλή)
陽極酸化しない
Άρνηση (ευγενική)
陽極酸化しません
Παρελθόν (απλό)
陽極酸化した
Παρελθόν (ευγενικό)
陽極酸化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
陽極酸化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
陽極酸化しませんでした
Τε-μορφή
陽極酸化して
Δυνητική
陽極酸化できる
Προστακτική
陽極酸化しろ
Βουλητική
陽極酸化しよう
Υποθετική (ば)
陽極酸化すれば