りゅう

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κομψά (ιδίως για ένδυση), στιλάτα, επιβλητικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
隆とする
Παρόν (ευγενικό)
隆とします
Άρνηση (απλή)
隆としない
Άρνηση (ευγενική)
隆としません
Παρελθόν (απλό)
隆とした
Παρελθόν (ευγενικό)
隆としました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
隆としなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
隆としませんでした
Τε-μορφή
隆として
Δυνητική
隆とできる
Προστακτική
隆としろ
Βουλητική
隆としよう
Υποθετική (ば)
隆とすれば