くま

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκίαση, διαβάθμιση χρώματος
  2. 02 κουμαντόρι, στυλ μακιγιάζ στο καμπούκι που χρησιμοποιείται για ρόλους με βίαιο χαρακτήρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
隈取りする
Παρόν (ευγενικό)
隈取りします
Άρνηση (απλή)
隈取りしない
Άρνηση (ευγενική)
隈取りしません
Παρελθόν (απλό)
隈取りした
Παρελθόν (ευγενικό)
隈取りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
隈取りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
隈取りしませんでした
Τε-μορφή
隈取りして
Δυνητική
隈取りできる
Προστακτική
隈取りしろ
Βουλητική
隈取りしよう
Υποθετική (ば)
隈取りすれば