隈取る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σκιάζω, διαβαθμίζω, τονίζω με χρώμα
- 02 βάφομαι για τη σκηνή, μακιγιάρομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 隈取る
- Παρόν (ευγενικό)
- 隈取ります
- Άρνηση (απλή)
- 隈取らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 隈取りません
- Παρελθόν (απλό)
- 隈取った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 隈取りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 隈取らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 隈取りませんでした
- Τε-μορφή
- 隈取って
- Δυνητική
- 隈取れる
- Προστακτική
- 隈取れ
- Βουλητική
- 隈取ろう
- Υποθετική (ば)
- 隈取れば
- Υποθετική (たら)
- 隈取ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 隈取りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 隈取るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 隈取りなさい
- Παθητική
- 隈取られる
- Αιτιατική
- 隈取らせる