際どい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ριψοκίνδυνος, επικίνδυνος, παράτολμος, οριακός (π.χ. παιχνίδι), στενός (π.χ. νίκη)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα προκλητικός, στα όρια του άσεμνου, τολμηρός, λεπτός (π.χ. ερώτηση), αμφίβολος, ύποπτος
- 03 αρχαϊκό ακραίος, σκληρός, βάναυσος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 際どい
- Παρόν (ευγενικό)
- 際どいです
- Άρνηση (απλή)
- 際どくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 際どくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 際どかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 際どかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 際どくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 際どくなかったです
- Τε-μορφή
- 際どくて
- Υποθετική (ば)
- 際どければ
- Υποθετική (たら)
- 際どかったら