際会
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνάντηση, αντιμετώπιση, σύγκρουση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 際会する
- Παρόν (ευγενικό)
- 際会します
- Άρνηση (απλή)
- 際会しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 際会しません
- Παρελθόν (απλό)
- 際会した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 際会しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 際会しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 際会しませんでした
- Τε-μορφή
- 際会して
- Δυνητική
- 際会できる
- Προστακτική
- 際会しろ
- Βουλητική
- 際会しよう
- Υποθετική (ば)
- 際会すれば
- Υποθετική (たら)
- 際会したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 際会したい
- Απαγορευτική (~な)
- 際会するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 際会しなさい
- Παθητική
- 際会される
- Αιτιατική
- 際会させる